Αρχική ΕΛΛΑΔΑ Συνδικαλιστικό δικαίωμα των αστυνομικών

Συνδικαλιστικό δικαίωμα των αστυνομικών

928
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Αρθρο του Νικόλαου Μπλάνη Αντιστράτηγος Αστυνομίας ε.α. Επίτιμου Προϊστάμενου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού Α.Ε.Α./Υ.Δ.Τ. Πτυχιούχου Νομικής Σχολής Αθηνών.

1. Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων ή ελευθεριών είναι ιστορικό επίτευγμα των τριών τελευταίων αιώνων. Στους νεότερους χρόνους θεσπίσθηκαν προστατευτικές διατάξεις για πρώτη φορά στην Αγγλία αρχίζοντας από την Magna Charta του 1215 και ιδίως κατά τον 17ο αιώνα με ορισμένα βασικά νομικά κείμενα, όπως Habeas Corpus Act του 1679 και Bill Of Rights του 1689.

Επακολούθησαν, στα τέλη του 18ου αιώνα, με την αμερικανική επανάσταση, οι διακηρύξεις της Πολιτείας της Βιργινίας του 1776 και άλλων Πολιτειών και η καθιέρωση ατομικών δικαιωμάτων από το Σύνταγμα των Η.Π.Α. του 1787 με τις δέκα πρώτες Τροποποιήσεις (amendements) του 1791. Mε τη γαλλική επανάσταση η «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» του 1789 είχε ευρύτερη απήχηση και τη διαδέχθηκαν οι Διακηρύξεις του 1793 και 1795. Η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων συνεχίστηκε και επεκτάθηκε στο πλαίσιο των Συνταγμάτων των διαφόρων κρατών της Ευρώπης κατά τον 19ο και 20ο αιώνα.
2. Στην Ελλάδα όλα τα Συντάγματα από το 1822 μέχρι σήμερα περιέχουν διατάξεις προστατευτικές των ατομικών δικαιωμάτων. Το ισχύον Σύνταγμα του 1975 περιέχει και διάταξη στο άρθρο 25 παρ. 1 που ορίζει ότι τα ατομικά δικαιώματα τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Στα ατομικά δικαιώματα περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δηλαδή της ελεύθερης συστάσεως σωματείου, συμμετοχής σ΄αυτό και αποχωρήσεως απ΄αυτό, το οποίο είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο για όλους τους ΄Ελληνες από τη διάταξη του άρθρου 12 του Συντάγματος. Επίσης και η διάταξη του άρθρου 11 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με ν.δ. 53/1974, αναγνωρίζει το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι σε κάθε πρόσωπο με ορισμένους περιορισμούς που μπορεί να επιβάλλει η εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 11. Το ίδιο ισχύει και με την υπ΄αριθμ. 87 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας «Περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος» που κυρώθηκε με τον ν.δ.4204/1961.
Το ίδιο το Σύνταγμα όμως επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη ( … τηρώντας τους νόμους) να θεσπίζει αντικειμενικές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος. Αυτές μπορεί να αναφέρονται στη διαδικασία και στις ουσιαστικές προϋποθέσεις αποκτήσεως νομικής προσωπικότητας.
΄Οπως δέχεται η νομολογία (Σ.τ.Ε. 1927/1978) η θέσπιση τέτοιων προϋποθέσεων είναι ανεκτή από το Σύνταγμα, εφόσον με τον τρόπο αυτό δεν ανατρέπεται ή δεν παρεμποδίζεται ουσιωδώς η άσκηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Το ίδιο ισχύει και για τις προϋποθέσεις που ορίζει το καταστατικό για τη συμμετοχή ή αποχώρηση των ενδιαφερομένων προσώπων από σωματείο (Α.Π. 66/1982).
Από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και η απλή ένωση προσώπων. Αυτό σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης στερείται εξουσίας να αποκλείσει στους ενδιαφερόμενους να συστήσουν απλή ένωση προσώπων για την επιδίωξη των κοινών σκοπών τους, αναγκάζοντας έτσι αυτούς στη σύσταση σωματείου.
Αποτελεί καινοτομία του Συντάγματος του 1975 σε σύγκριση με αυτά προηγουμένων εποχών ότι αυτό αφιερώνει ειδική ρύθμιση (Σ 23) για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και των συναφών με αυτή δικαιωμάτων εναντίον οποιασδήποτε προσβολής τους «μέσα στα όρια του νόμου». Με την καινοτομία αυτή προβάλλει η ανάγκη συσχετισμού της συνδικαλιστικής ελευθερίας (Σ. 23) με εκείνη της συστάσεως γενικά σωματείων και ενώσεων προσώπων (Σ. 12).
Η ειδική ρύθμιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας έχει ζωτική σημασία για τον άνθρωπο και το σύγχρονο κράτος δικαίου που φαίνεται και από το γεγονός ότι στη Γαλλία π.χ. η αναγνώριση του συνδικαλιστικού δικαιώματος προηγήθηκε χρονικά (1884) από εκείνη του απλού δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι (1901). Από τη συνταγματική τουλάχιστον σκοπιά η συνδικαλιστική ελευθερία του Σ. 23 αποτελεί ειδική μορφή εμφανίσεως της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι του Σ. 12 που όμως κατευθύνεται σε κάποιο ειδικό σκοπό, ο οποίος είναι η διαφύλαξη και προαγωγή συλλογικών επαγγελματικών συμφερόντων.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.1264/1982 οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων.
Για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δικαιούνται (παρ. 3) μεταξύ άλλων :
α. να αναφέρονται στις διοικητικές και άλλες αρχές για κάθε ζήτημα που αφορά τους σκοπούς τους, τα μέλη τους, τις εργασιακές και γενικότερα επαγγελματικές σχέσεις και τα συμφέροντα των μελών τους
β. να καταγγέλλουν και να εγκαλούν στις διοικητικές και δικαστικές αρχές, τις παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας και των κανονισμών ή οργανισμών που αφορούν τις ίδιες ή τα μέλη τους.
4. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του Σ. 23 είναι οπωσδήποτε ενώσεις προσώπων με τη γενική έννοια του Σ. 12 παρ. 1 και 3. Δεν αληθεύει όμως και το αντίθετο. Συνδικαλιστική οργάνωση είναι εκείνη που επιδιώκει τη διαφύλαξη και προαγωγή συλλογικών επαγγελματικών συμφερόντων χρησιμοποιώντας ως μέσα την απεργία και τη συλλογική αυτονομία.
Το Σύνταγμα δεν δίνει τον ορισμό της συνδικαλιστικής ελευθερίας και του συνδικαλιστικού δικαιώματος. Αυτό αποτελεί έργο της επιστήμης του εργατικού δικαίου. Οι έννοιες αυτές έχουν περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί μεταξύ τους. ΄Ετσι δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της εναλλαγής στη χρήση των παραπάνω όρων, οι οποίοι έχουν γενικό και ευρύ περιεχόμενο που αναλύεται στη διαδικασία της υλοποίησής τους σε ειδικότερα πλέον δικαιώματα.
Στο χώρο του ελληνικού δικαίου τουλάχιστον η απεργία ως μέσο του εργατικού αγώνα έχει βρει συνταγματική κάλυψη από το άρθρο 23 παρ. 2 του Σ. Το ζήτημα του συνδικαλισμού των αστυνομικών υπό τη μορφή τόσο της καταρχήν δυνατότητας άσκησης, όσο και των περιορισμών που πρέπει να επιβάλλονται έχει απασχολήσει τόσο την Ελληνική και διεθνή θεωρία, όσο και τη νομολογία. ΄Ομως θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι το δικαίωμα της απεργίας αποκλείεται για το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας. Το άρθρο 23 παρ. 2 εδάφιο β΄του Σ ορίζει ρητά ότι «απαγορεύεται η απεργία … σ΄αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας».
Μορφή απεργίας αποτελεί και η στάση εργασίας. Το άρθρο 12 όπως και το άρθρο 23 του Σ. δεν περιορίζουν ρητά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το συνδικαλιστικό δικαίωμα αντιστοίχως για το προσωπικό της αστυνομίας. Οι περιορισμοί που επιτρέπεται κατά το άρθρο 12 παρ. 4 Σ. να επιβάλλονται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν πρέπει να οδηγούν σε αναίρεση του δικαιώματος.
5. Ο βασικός νόμος 1264/1982 που ρυθμίζει την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων τόσο των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όσο και των δημοσίων υπαλλήλων, πριν την ισχύ του νόμου 2265/1994, αναμφισβήτητα δεν είχε εφαρμογή στο αστυνομικό προσωπικό.
Με βάση αυτά τα δεδομένα είχε τεθεί το ζήτημα εάν η κατά τα ανωτέρω σιωπή του νομοθέτη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις εν γένει υποχρεώσεις των Σωμάτων Ασφαλείας (άρθρο 3 παρ. 1 ν.1481/19840), θα έπρεπε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση η ίδρυση τόσο σωματείων όσο και συνδικαλιστικών οργανώσεων των αστυνομικών. Επισημαίνεται ότι η νομολογία έχει δεχθεί τη δυνατότητα να ιδρύονται κοινά (και όχι συνδικαλιστικά) σωματεία. ΄Ετσι με την 814/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ιδρύθηκε σε πανελλήνια βάση στις 21-3-1989 και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο με α/α 16719/89 η ΄Ενωση Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας.
6. ΄Οσον αφορά το διεθνές δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 9 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας με αριθ. 87 (ν.δ.4201/1961) «η εθνική νομοθεσία καθορίζει εν τινι μέτρω θα έχουν εφαρμογή και δια τας ενόπλους δυνάμεις και την αστυνομίας αι υπό της παρούσης Συμβάσεως εγγυήσεις». Στη διεθνή νομική θεωρία υποστηρίχθηκε τόσο η άποψη ότι ο εθνικός νομοθέτης είναι δυνατόν να θέσει γενικό φραγμό στην άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος των αστυνομικών, όπως και η αντίθετη, ότι δηλαδή μόνον ορισμένοι περιορισμοί είναι δυνατόν να τεθούν στο συνδικαλιστικό δικαίωμα αυτών, χωρίς να είναι δυνατόν να επιβληθεί πλήρης απαγόρευση.
Η Επιτροπή συνδικαλιστικών ελευθεριών του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας είχε αποφανθεί ότι η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας δεν αναιρεί τη δυνατότητα του εθνικού νομοθέτη να αποκλείσει την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στο αστυνομικό προσωπικό.
Το εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ.53/1974) προβλέπει όπως και στην αρχή αναφέρθηκε, τη δυνατότητα να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση των προστατευομένων ελευθεριών του προσωπικού της Αστυνομίας (όπως και των ενόπλων δυνάμεων και της δημόσιας διοίκησης). Αντίστοιχη είχε και η πρόβλεψη του Διεθνούς Συμφώνου του Ο.Η.Ε. για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα (ν.1532/1985).
7. Επίσης ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει (όπως παρατηρεί και η έκθεση επί του σχεδίου νόμου «Επέκταση διατάξεων του ν.1264/1982 και στο αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας» του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής) στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, ο οποίος στο άρθρο 5 αναφέρεται στη συνδικαλιστική ελευθερία. Από τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας του προσωπικού της αστυνομίας δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί εντελώς από τον εθνικό νομοθέτη, αλλά μπορεί απλώς να γίνει αντικείμενο νομίμων και αναλόγων προς τον επιδιωκόμενο σκοπό περιορισμών.

Πράγματι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, για το μεν προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων προβλέπεται η δυνατότητα να αποκλεισθεί η ίδια αρχή της εφαρμογής των εγγυήσεων, ενώ για το προσωπικό της αστυνομίας παρέχεται απλώς η ευχέρεια να καθοριστεί το μέτρο της εφαρμογής των εγγυήσεων αυτών.

8. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του Κεφ. Β΄, κεφαλαίου της 690/1979 απόφασης (ψηφίσματος) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, που εκφράζει την πολιτική βούληση ενεργείας για το συγκεκριμένο θέμα (καθεστώς των αστυνομικών) χωρίς να δεσμεύει, «οι αστυνομικοί πρέπει να μπορούν να συνιστούν επαγγελματικές οργανώσεις, να γίνουν μέλη τους και να συμμετέχουν σ΄ αυτές ενεργά. Μπορούν επίσης να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο σε άλλες οργανώσεις».

9. Τα παραπάνω συνιστούν τη νομική διάσταση του θέματος. ΄Ομως από πολιτικοκοινωνικής άποψης εκφράσθηκαν επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά του συνδικαλισμού των αστυνομικών. Από τη μια πλευρά υποστηρίχθηκε η άποψη ότι αφενός ο συνδικαλισμός των αστυνομικών είναι ασυμβίβαστος με την ουδετερότητά τους στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους και την απαγόρευση της δυνατότητάς τους να εκφράζονται πολιτικά και αφετέρου ότι η αναμφισβήτητη απαγόρευση του δικαιώματός τους να απεργούν έχει ως αναγκαία συνέπεια την αδυναμία τους να ιδρύουν και συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Από την άλλη πλευρά υποστηρίχθηκε (ορθώς κατά την άποψή μου), ότι η συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού της αστυνομίας αποτελεί τη μόνη νόμιμη διέξοδο προκειμένου να εκφράσουν τα επαγγελματικά τους προβλήματα και να θεμελιωθεί ένας δίαυλος επικοινωνίας με την εκάστοτε Κυβέρνηση.
Ακόμη πρέπει να τονισθεί ότι ο συνδικαλισμός των αστυνομικών επιτρέπεται σε πολλές Ευρωπαϊκές Χώρες όπως π.χ. των μελών της Polizia di Stato στην Ιταλία, ενώ στη Γαλλία και στη Γερμανία εντάσσεται στο γενικό συνδικαλιστικό δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων.

10. ΄Ολα τα προβλήματα που αναλύθηκαν παραπάνω ήρθε να επιλύσει ο ν.2265/1994 «Επέκταση διατάξεων του ν.1264/82 «Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων» και στο αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄- 209/5-12-1994), με το άρθρο 1 του οποίου προστέθηκε μετά το άρθρο 30 στο ν.1264/82 (Α΄- 79), άρθρο 30α. Με τις διατάξεις αυτού ρυθμίζεται και επιλύεται οριστικά το θέμα του συνδικαλιστικού δικαιώματος των αστυνομικών, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα να ιδρύονται συνδικαλιστικές οργανώσεις αστυνομικών επιβάλλοντας μόνο ορισμένους περιορισμούς ή ειδικές ρυθμίσεις που συνδέονται με την ιδιομορφία των καθηκόντων τους και την αποστολή καθώς και τον εθνικό, κοινωνικό και υπερκομματικό χαρακτήρα της Ελληνικής Αστυνομίας.
11. Σύμφωνα λοιπόν με τις ως άνω διατάξεις οι εν ενεργεία αστυνομικοί επιτρέπεται να συστήσουν :

α. Σε κάθε νομό μία ένωση αστυνομικών υπαλλήλων μέχρι και το βαθμό του ανθυπαστυνόμου και σε κάθε διοικητική περιφέρεια μία ένωση αξιωματικών ως πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Οι αξιωματικοί δύναται, αντί της ένωσης αξιωματικών να γίνονται μέλη της ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων. Οι ανθυπαστυνόμοι δύναται αντί της ένωσης αστυνομικών υπαλλήλων να γίνονται μέλη της ένωσης αξιωματικών.

β. Μία ομοσπονδία των πρωτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων αστυνομικών υπαλλήλων και μία ομοσπονδία των πρωτοβαθμίων αξιωματικών, ως δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και

γ. Μία τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (συνομοσπονδία) που απαρτίζουν οι δύο παραπάνω ομοσπονδίες και στην οποία εκπροσωπούνται με αριθμό αντιπροσώπων, που καθορίζεται με το καταστατικό της.

Κάθε αστυνομικός δικαιούται να είναι μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης του νομού ή της διοικητικής περιφέρειας όπου υπηρετεί. Σε περίπτωση μετάθεσής του σε άλλο νομό ή σε άλλη περιφέρεια διαγράφεται υποχρεωτικά από τη συνδικαλιστική οργάνωση της οποίας ήταν μέλος και δύναται να εγγραφεί στη συνδικαλιστική οργάνωση του νομού ή της περιφέρειας, στην οποία μετατίθεται.

12. Τέλος στην παράγραφο 10 του νέου άρθρου 30α προβλέπονται ρητά ορισμένοι περιορισμοί. Ειδικότερα ορίζεται ότι στις συνδικαλιστικές οργανώσεις των αστυνομικών καθώς και τα μέλη τους δεν επιτρέπεται ιδίως (ενδεικτική απαρίθμηση!):

α. Να συμμετέχουν σε απεργίες, καθώς και σε κάθε είδους εκδηλώσεις πολιτικών ή συνδικαλιστικών φορέων ή πολιτικών προσώπων ή να ασκούν προπαγάνδα υπέρ ή κατά αυτών. Εξαιρούνται τα συνέδρια και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις των συνδικαλιστικών φορέων.

β. Να προσχωρούν ή να γίνονται μέλη άλλων επαγγελματικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός των Διεθνών Αστυνομικών Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, ή να εκπροσωπούν άλλους εργαζομένους.
γ. Να αναμειγνύονται με οποιονδήποτε τρόπο σε θέματα διοίκησης των Υπηρεσιών.

13. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 30α του ν.1264/1982 διαγράφεται το γενικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο πρέπει να κινείται η άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των αστυνομικών. Το πλαίσιο αυτό προσδιορίζεται από τις ιδιομορφίες, την αποστολή και τον εθνικό, κοινωνικό και υπερκομματικό χαρακτήρα της Ελληνικής Αστυνομίας.
Οι έννοιες αυτές αναμφίβολα αποτελούν τα κριτήρια, με βάση τα οποία θα κρίνεται η συνδικαλιστική συμπεριφορά. Η συγκεκριμενοποίηση όμως των κριτηρίων αυτών είναι έργο του εφαρμοστή που σε κάθε ατομική περίπτωση πρέπει να εκφέρει κρίση για το αν η συμπεριφορά βρίσκεται μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο. Στην κρίση του αυτή ο εφαρμοστής δεσμεύεται από τις αρχές που διέπουν την έννομη τάξη και περιέχονται στο Σύνταγμα και τους νόμους και ειδικότερα στους οργανικούς νόμους της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και από τις γενικά παραδεκτές στην κοινωνία αντιλήψεις. Επομένως ο εφαρμοστής είναι εκείνος που κάθε φορά δίδει την πραγματική διάσταση του περιεχομένου των ανωτέρω αξιολογικών εννοιών, η οποία ασφαλώς δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στην κρίση των διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία θα διαμορφώσουν και τη σχετική νομολογία.

Οι περιορισμοί που ρητά προβλέπονται στην παράγραφο 10 του άρθρου 30α του ν.1264/1989, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.2265/1995, αποτελούν μέρος του διαγραφομένου στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου γενικού πλαισίου και τίθενται με σκοπό την άρση των αμφισβητήσεων και την υποβοήθηση της νομολογίας στην οριοθέτηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.
Ο τρόπος της ανεπίτρεπτης παρέμβασης των συνδικαλιστικών φορέων (μελών του Δ.Σ.) σε θέματα διοίκησης των υπηρεσιών μπορεί να είναι άμεσος ή έμμεσος. Ως άμεσος τρόπος πρέπει να θεωρείται η απ΄ ευθείας επικοινωνία του Δ.Σ. ή των μελών του με τον ασκούντα τη διοίκηση της Αστυνομικής Υπηρεσίας, ενώ ως έμμεσος αυτός που ενεργείται με ανακοινώσεις, καταγγελίες, επικρίσεις κ.λ.π. στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση η παρέμβαση πρέπει να έχει ως σκοπό να επηρεάσει ή και να πιέσει τη διοίκηση για να ανακαλέσει ή τροποποιήσει απόφασή της ή να απόσχει από την έκδοσή της.

Σε ό,τι αφορά την έννοια της φράσεως «θέματα διοίκησης», επειδή δεν ορίζεται στον ν.2265/1994, το περιεχόμενό της θ΄ αναζητηθεί στη σχετική οργανική νομοθεσία του Σώματος, όπου διεξοδικά προβλέπονται κατά επίπεδο διοίκησης οι αρμοδιότητες των προϊσταμένων τους για τα συναφή θέματα.

Νικόλαος Αθ. Μπλάνης
Αντιστράτηγος Αστυνομίας ε.α.
Επίτιμος Προϊστάμενος Κλάδου Οργάνωσης
και Ανθρώπινου Δυναμικού Α.Ε.Α./Υ.Δ.Τ.
Πτυχιούχος Νομικής Σχολής Αθηνών